Λίγα λόγια από καρδιάς για την ζωή και την πολιτιστική κληρονομιά του Σταύρου Συνοδινού

Σταύρος Γερασίμου Συνοδινός (Χούσος) (1929- 2025)
Γεράσιμος Σωτ. Γαλανός
Τα κάτωθι λόγια, από καρδιάς γραμμένα, είναι μέρος από τις κουβέντες που έκανα, χρόνια πριν, με τον Σταύρο Συνοδινό, που μας ένωσε μια φιλία και εκτίμηση, που γεννήθηκαν από τη φιλία και συνεργασία με τη μακαρίτισσα, τη γυναίκα του, την Λούλα (Ελλάς) Βαλλιάνου, με την οποία για χρόνια ήμασταν μαζί σε Πολιτιστικούς Συλλόγους.
Ο Σταύρος Συνοδινός γεννήθηκε στους Σουλλάρους και ήταν το πρώτο παιδί της οικογενείας του πατέρα του Γεράσιμου Συνοδινού - Χούσου. Η περίπτωση του Σταύρου Συνοδινού, η δράση του, ο τρόπος ζωής του και ο αγώνας του για επιβίωση, χαρακτηρίζει τους ανθρώπους της εποχής του, που πάλευαν μέσα στα πέτρινα χρόνια, να σταθούν και να δημιουργήσουν οικογένεια.
Όπως μου έλεγε, δεν χόρτασε τα παιδικά του χρόνια, ιδίως να μάθει γράμματα, αφού πήγε έως την Τρίτη Δημοτικού, λόγω που ο πόλεμος τότε, άλλαξε τις τύχες και τις δράσεις των ανθρώπων. Από μικρός προσπάθησε να στηρίξει την πατρική οικογένεια μέσα στις αγροτικές ασχολίες επιβίωσης. Τα χρόνια της Κατοχής πάντα τον στοίχειωναν στη σκέψη του, γιατί ένιωσε έντονα, τι θέλει να πει στέρηση, τι θέλει να πει πίνα και κατατρεγμός από τους δυνατούς. « Αν είχες ένα κομμάτι χωράφι και δυο κατσίκες, μπορούσε κάπως να σταθείς και να ζήσεις. Η μάνα μου έβραζε το γάλα και «πετούσε στην κατσαρόλα» κατά το βράσιμο και δυο φουχτιές σταφίδα. Δεν το άφηνε να λασπώσει το μίγμα εκείνο, το οποίο γινόταν το κύριο φαγητό που μας έσωσε και μας μεγάλωσε στα δύσκολα του Πολέμου και της Κατοχής».
Όταν ο πόλεμος τελείωσε, ο Σταύρος βγήκε στο μεροκάματο πιο ενεργά, αλλά το σχολείο δεν το συνέχισε, λόγω που συμμεριζόταν πως η ανάγκη για επιβίωση ήταν πιο μεγάλη από την μόρφωση. Στα 22 χρόνια του θα υπηρετήσει την στρατιωτική του θητεία και θα απολυθεί το 1955.
Το μεροκάματο ήταν η καθημερινή έγνοια και σκέψη και πέρα από την εξωτερική εργασία αξιοποιούσε το χρόνο του σε κάθε δική του προσωπική και οικογενειακή δουλειά.
Στα 1958 παντρεύτηκε την αγαπημένη του γυναίκα, την Λούλα (Ελλάς) Βαλλιάνου και απόκτησαν τρία παιδιά. Ο Σταύρος «σκαρφιζόταν» και άλλες ασχολίες για να μπορέσει να στηρίξει την οικογένειά του. Αγοράζοντας μια φοράδα κι ένα δίκαρο, έκανε ένα σωρό εργασίες, όπως μεταφορές, διάφορες πωλήσεις, ακόμη και μεταφορές οικοδομικών υλικών. Δεκαπέντε περίπου χρόνια κράτησε το κάρο του, παράλληλα δούλευε τον κάμπο για την πρωτογενή του παραγωγή, που τόσο αναγκαία για τη ζωή ήταν και είναι. Μέσα στις ασχολίες του κάμπου εκλεκτή θέση ήταν και η καλλιέργεια της σταφίδας και η οποία έθρεψε οικογένειες και ξεπλήρωσε οικονομικές δυσκολίες και καταστάσεις. Αργότερα, πούλησε το κάρο και πήρε τρακτέρ (το 2ο στην Κεφαλονιά τότε) και λόγω της εξέλιξη της τεχνολογίας, ανανέωνε κατά περιόδους αυτό το πετρελαιοκίνητο μηχάνημα, για να καλύπτει τις ανάγκες που του ζητούσαν οι γεωργοί και όσοι είχαν ανάγκη να καλλιεργήσουν τη γη τους.
Το πρώτο τρακτέρ του το πήρε το 1962 και το δεύτερο με τον πεθερό του Βαγγέλη Βαλλιάνο.. έως που το τέταρτο παρέδωσε στον γιο του, τον Μπάμπη… και η οικογένεια ακόμη εργάζεται πάνω σε τέτοια μηχανήματα. Με αυτά τα τρακτέρ όργωνε χωράφια σ’ όλη την Παλική, όπου τον καλούσαν, ακόμη και σε περιοχές της Θηνιάς. Στα 1974 πήρε τη φρέζα τρακτέρ και απλώθηκε σε μεγαλύτερες εργασίες «οργωτικής», μια και ήταν πάντα προσεκτικός και καλοδιάθετος.
Το 1967 για ένα χρόνο, συνεργάστηκε με τον Δημήτρη Αναλυτή (Μίμη Φαναρά) και με αυτό το τρακτέρ κινούσαν τον ιμάντα της αλωνιστικής μηχανής και γύριζαν για το αλώνισμα πολλά μέρη του νησιού μας. Στην ίδια εργασία, την κίνηση της αλωνιστικής, την έκαμε και με τον Νικόλαο Αλισανδράτο(Φλούδα) για δύο χρόνια.
Ο Σταύρος δεν είχε ελεύθερο χρόνο, δεν είχε ξέφωτο ξεκούρασης, από παιδί, η μία εργασία του διαδεχόταν την άλλη, έως και λαγουρέντες έγινε σε οικοδομικές εργολαβίες. Είχε όμως πάντα τα μάτια του ανοικτά και έμαθε καλά τη δουλειά της οικοδομικής τέχνης, αφού μπόρεσε επιτυχημένα να εναρμονίσει το μυαλό του με την κίνηση των χεριών και να υποτάξει το έργο, σωστά όπως πρόσταζε το καλό αποτέλεσμα. Είχε δική του ξυλεία και πολλές φορές ξεκινούσε μια εργασία κατασκευής σπιτιού, από την αρχή έως το τέλος. Πολλά σπίτια της Κατωγής, αλλά και του χωριού του, των Σουλλάρων, ήταν προϊόντα δικής του οικοδομικής μέριμνας και κόπου των χεριών του.
Όμως, τα χρόνια περνούσαν κι άφησε τα δύσκολα της οικοδομής, αύξησε την καλλιέργεια στα γεωργικά προϊόντα και εντάχτηκε στην άτυπη ομάδα των Κατωησιάνων, που πήγαιναν στη λαϊκή αγορά του Αργοστολίου και πουλούσαν την παραγωγή τους. Γιόμιζε το φέρυ μπωτ από καμμιά δεκαπενταριά, κάθε φορά παραγωγούς, που πήγαιναν πρώτα στην Πλάκα του Αργοστολίου και έπειτα στα παλιά Κτελ και πουλούσαν την πραμάτεια τους. Για είκοσι χρόνια, Σάββατα και κάποιες Πέμπτες, ο Σταύρος μετέφερε και πουλούσε τα προϊόντα του, ιδίως όταν ήταν η εποχή με τις περίφημες μαυροαγγινάρες.
Αν και είχε μια πατρική καταβολή στην ψαλτική, το φωνητικό άνοιγμα στα τραγούδια, του το έκανε ο Ανδρέας Μαρκαντωνάτος (Ανδριέλος), που εκτίμησε την τενόρικη φωνή του και τον παρουσίασε στον μαέστρο Νικολάκη Κουρούκλη. Ο Κουρούκλης με τη σειρά του τον ένταξε στην ομάδα των τενόρων μαζί με τους: Ηλία Δημοσθ. Μηνιάτη- Κατσάνη, Διονύση Φαβατά (Μπότσας) και με τον σπουδαίο Αθανάσιο Σταθάτο. Σ’ αυτή την εκπαιδευτική και καλλιτεχνική συμμετοχή του στη Χορωδία του Κουρούκλη, ήταν 17 χρόνων και παρέμεινε δυναμικά και ενεργά για πολλά - πολλά χρόνια
Παράλληλα, μαθήτευσε κοντά στον ιεροψάλτη πατέρα του, τους εκκλησιαστικούς ήχους, έμαθε και από άλλους μαέστρους και ιεροψάλτες και μπόρεσε να ζυγιάσει με επιτυχία την ψαλτική, ως πατρική κληρονομιά και εργασία ψυχής.
Τον απασχολούσε πάντα το εκκλησιαστικό κείμενο στην ανάγνωσή του, μια και δεν ήξερε πολλά γράμματα όπως έλεγε, αλλά η επιμονή του, το διάβασμα της εφημερίδας, τα βιβλία που μελετούσε συνεχώς κατά τις βραδινές ώρες, του άνοιξαν το πεδίο και κατάφερε να φτάσει στο επιθυμητό αποτέλεσμα.
Έγινε ψάλτης στο χωριό του, όταν υπήρχε η έλλειψη άλλων ψαλτών. Επίσης έψαλλε μαζί με τον πατέρα του στο ναό του Αγίου Γερασίμου Ληξουρίου επί ιερέα Φωτίου Δεμπονέρα –,Ρουσέλου και επί ιερέα Γεράσιμου Μαρκανωνάτου. Υπηρέτησε δε το ψαλτήρι μαζί με τον άλλον καλλικέλαδον ψάλτη, Αντώνιον Έρτσο, συνεργάστηκε και εντάχθηκε στην παρέα του πρωτοψάλτη Σπύρου Έρτσου, όχι μόνο στους ναούς, αλλά και στα πανηγύρια και στις εξόδιους ακολουθίες. Για πολλά χρόνια υπηρέτησε τον καλανάρχο μαζί με τον Γεράσιμον Ρηγάτο στην Αγία Τριάδα Ληξουρίου επί θητείας του μακαριστού ιερέα Θεοδόση Αντωνέλου. Πάντα βρισκόταν μαζί και με τον αξιόλογο χοράρχη- Μουσικό και Νομικό, Νικόλαο Βάλσαμο, που στήριζαν τα πανηγύρια στο ναό της Αγίας Τριάδας Ληξουρίου. Επίσης, για τρία τέσσερα χρόνια ήταν ιεροψάλτης στην Παναγία Περλιγκού Ληξουρίου επί μακαριστού ιερέα Φωτίου Αντωνέλου. Τέλος, ο Σταύρος Συνοδινός κράτησε μαζί με τον φίλο του ιεροψάλτη, Αντώνη Έρτσο , τα ψαλτήρια στο ναό του Αγίου Χαραλάμπη στο Ληξούρι.
Η κόπωση και τα γηρατειά τον έκαναν να αποσυρθεί στο χωριό του, έως τις μέρες αυτές που έφυγε για την αιωνιότητα.
Ο Σταύρος αγαπούσε τη ζωή, αγαπούσε τη δουλειά, διατηρούσε κι έπραττε με σκέψη σοσιαλιστική το βίος του. Αγαπούσε το τραγούδι, την καλή επικοινωνία με τους συνανθρώπους του, ήταν σεβαστικός στο ράσο και εκτιμούσε τους άλλους ψαλτάδες. Ήξερε πως, τού να διακονείς τον Θεό, όσο και καλή διάθεση να έχεις, ο ανθρώπινος παράγοντας σε κάνει πολλές φορές να παρεκκλίνεις. Γι’ αυτό το λόγο, ήταν πάντα προσεκτικός, ήταν κύριος, ήταν αξιοπρεπής με ήθος καλού ανθρώπου, χωρίς ακρότητες, που δημιουργούνται πολλές φορές από τις άσχημες σχέσεις του ράσου και των ψαλτών. Στα τελευταία, τον είδα αρκετές φορές και μέσα στα πολλά που μου κατέθεσε, πάντα με πολλή αγάπη στην επικοινωνίας μας, του έλεγα, να μου ψάλλει το κοντάκιο του Σταυρού.
Να στο ειπώ… Γεράσιμέ μου… αν το ξέρω!; Το μουρμουρίζω κάθε μέρα. Ας είναι, αιωνία η μνήμη του.
Κοντάκιον του Σταυρού
« Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῶ ἑκουσίως, τὴ ἐπωνύμω σου καινὴ πολιτεία, τοὺς οἰκτιρμούς σου δώρησαι, Χριστὲ ὁ Θεός, Εὔφρανον ἐν τῇ δυνάμει σου, τοὺς πιστοὺς Βασιλεῖς ἡμῶν, νίκας χορηγῶν αὐτοῖς, κατὰ τῶν πολεμίων, τὴν συμμαχίαν ἔχοιεν τὴν σήν, ὅπλον εἰρήνης, ἀήττητον τρόπαιον.»